μάγος

Στην αρχαιότητα, το μέλος μιας μηδικής φυλής με βαθιά γνώση της θρησκείας, που επιδιδόταν σε αστρολογικές και μαντικές τεχνικές και χαρακτηριζόταν για τις επιστημονικές του γνώσεις· επίσης, ο ιερέας και σοφός των αρχαίων Περσών που ασχολείτο με αστρολογία, αστρονομία, ονειροκρισία κλπ., και γενικά με μυστικές και απόκρυφες τέχνες. Στη νεότερη εποχή, ο ασχολούμενος με τη μαγεία, αυτός που κάνει μάγια· κατ’ επέκταση, ο απατεώνας, ο αγύρτης· τέλος, μεταφορικά, ο ικανός να μαγεύει, να ασκεί γοητεία. Η λέξη μ. έχει προσλάβει λοιπόν πολλές έννοιες με την πάροδο των αιώνων. Αρχικά, μ. ονομάζονταν οι ιερείς της αρχαίας περσικής θρησκείας (ζωροαστρισμός). Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, αποτελούσαν μία από τις έξι φυλές στις οποίες ήταν χωρισμένος ο λαός των Μήδων. Εκτός από την άσκηση των καθαυτό ιερατικών καθηκόντων τους, οι μ. ερμήνευαν κατά διάφορους τρόπους μια ιερατική πράξη τους (αστρολογία, θαυματοποιία, μαγεία) γι’ αυτό και η λέξη μ. πήρε τη σημερινή της σημασία, όταν εισήχθη στη Δύση. Σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, οι μ. ήταν οι τρεις σοφοί που, οδηγημένοι από ένα άστρο, έφτασαν στη Βηθλεέμ για να προσκυνήσουν τον Ιησού. Τα ονόματά τους, όμως (Γασπάρ, Μελχιόρ και Βαλτάσαρ), άρχισαν να γίνονται γνωστά μόνο τον 6ο αι. μ.Χ. από τον Αιδέσιμο Βέδα. Η λαϊκή παράδοση εξάλλου θέλει τους μ. βασιλιάδες. Κατά τον Μεσαίωνα συναντώνται στη λογοτεχνία μυθολογικά πρόσωπα, στα οποία αποδίδεται απεριόριστη σοφία, η οποία συχνά είναι συνδεδεμένη με την κατοχή υπερφυσικών δυνάμεων. Πολλοί μ. –ο Μέρλιν, ο Άτλαντας κ.ά.– και μάγισσες –Αλκίνα, Μέλισσα κ.ά.– έγιναν ήρωες λογοτεχνικών έργων με διάφορες παραλλαγές, κυρίως στα μυθιστορήματα που γράφτηκαν προς το τέλος του Μεσαίωνα, καθώς και στα ιπποτικά έπη της Αναγέννησης. Στους θρύλους και στα παραμύθια της ευρωπαϊκής λαϊκής παράδοσης, όμως, ο μ. ήταν πρόσωπο όμοιο από πολλές απόψεις με δράκο, από τον οποίο όμως διέφερε σαφώς, επειδή ήταν προικισμένος με εξυπνάδα και πονηριά και επειδή μπορούσε επίσης να είναι αγαθός και ευεργετικός απέναντι στους ανθρώπους. Οι μ. αυτοί, εξάλλου, δεν είχαν γενικά τερατώδη έκφραση και δεν τρέφονταν με ανθρώπινο κρέας, αλλά μπορούσαν –όπως και ο δράκος– να μεταμορφώνονται κατά διάφορους τρόπους, και όταν ήταν κακοποιοί και αναμετριόνταν με τον άνθρωπο, να υπερισχύουν. Στους πρωτόγονους πολιτισμούς ως μ. χαρακτηρίζονται διάφορα εξειδικευμένα ιερατικά πρόσωπα: μάντεις-θεραπευτές, μ.-γιατροί, σαμάνοι κ.ά. Ο μ. στην πρωτόγονη κοινωνία είναι σημαντικό πρόσωπο και ασκεί μερικές φορές επίσημη εξουσία. Σε αυτόν προσφεύγουν σε όλες τις κρίσιμες καταστάσεις, είτε ιδιωτικού είτε δημόσιου χαρακτήρα (για παράδειγμα σε περίπτωση αρρώστιας, ανομβρίας, ατυχίας στο κυνήγι κλπ.)· τον αντιμετωπίζουν όμως και με κάποια καχυποψία, αν όχι εχθρότητα· τα προνόμιά του τον καθιστούν διαφορετικό από τους άλλους, σχεδόν ξένο και κατά συνέπεια πιθανό εχθρό στις πρωτόγονες εκείνες κοινότητες, όπου ο ξένος ήταν επίσης πιθανός εχθρός. Συχνά, αυτή η αντίληψη περί ξενικότητας προερχόταν από την παράδοση ότι έχει πάρει τις ιδιότητες ενός μ. άλλης φυλής ή από το ότι στους κόλπους ενός λαού οι μ. αποτελούσαν μια ιδιαίτερη κάστα, που ζούσε χωριστά και σύμφωνα με δικές της παραδόσεις, γεγονός που τους αποξένωνε από τους άλλους. Υπάρχει όμως παντού ένα τελετουργικό μύησης, που καθορίζει την έξοδο ενός υποκειμένου από το σύνολο του κοινού λαού και του δίνει το αξίωμα του μ. Οι μ. αυτοί διακρίνονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: αυτοί που ενεργούν σε κατάσταση έκστασης ή σαμάν και αυτοί που ενεργούν μέσω αντικειμενικής μαντείας. Περιορίζοντας αυτή τη μαντεία στην πρωταρχική της λειτουργία ως τεχνική θεραπείας ή αποσόβησης μιας κρίσης, ο σαμανισμός ανεβαίνει στο επίπεδο της εμπνευσμένης μαντικής, ενώ η άλλη κατηγορία στην αντικειμενική μαντική. Από τη γεωγραφική κατανομή των δύο αυτών μεγάλων κατηγοριών μπορεί να καθοριστεί η υποαρκτική περιοχή (ευρωπαϊκή, ασιατική και αμερικανική) για τους σαμάν και η αφρικανική για τους μάντεις. Δεν μπορούν όμως όλες οι περιπτώσεις να υπαχθούν άκαμπτα σε αυτό το σχήμα, ούτε εξαιτίας της γεωγραφικής κατανομής, αλλά και ούτε εξαιτίας της ταξινόμησης των μ., ανάμεσα στους οποίους συναντώνται ορισμένοι ιδιαίτεροι τοπικοί τύποι (όπως οι σιδηρουργοί στην Αφρική και στην Ασία) και ειδικοί για μια καθορισμένη λειτουργία (όπως οι βροχοποιοί). Μια Ινδή «θεραπεύτρια» με τα σύνεργά της, σε έναν δρόμο οικισμού της περιοχής της Μυσόρης.
* * *
ο, θηλ. μάγισσα (AM μάγος, θηλ. μάγισσα, Α θηλ. και μάγος, Μ θηλ. μάγη)
1. (στους αρχαίους Πέρσες και Μήδους) α) (το αρσ. στον πληθ. ως κύριο όν.) οι Μάγοι
διακεκριμένη φυλή, τα μέλη τής οποίας χαρακτηρίζονταν για τη βαθιά γνώση τους σχετικά με τη θρησκεία, για τις μαντικές και αστρολογικές πρακτικές τους και γενικά για τις επιστημονικές τους γνώσεις
β) ιερέας τής θρησκείας τού Ζωροάστρη ή σοφός που ασχολούνταν με την αστρονομία, την αστρολογία, την ονειροκρισία και άλλες μυστικές και απόκρυφες τέχνες
2. αυτός που ασχολείται με τη μαγεία και γενικά με τις απόκρυφες τέχνες, αυτός που μεταχειρίζεται μαγικά μέσα και τεχνάσματα (α. «πήγε να βρει τις μάγισσες,που ξέρουν από μάγια», δημ. τραγ.
β. «διαβάλλει τὸν Αισχίνην ὅτι ἡ μήτηρ... μάγισσα ἧν καὶ ἐκράτει ὄφεις», Ρητ.)
3. μάντης («μάγων τοὺς ἀρίστους ζητήσαντα νεκυίᾳ τε χρησάμενον μαθεῑν περὶ τοῡ τέλους τοῡ βίου αὐτοῡ», Ηρωδιαν.)
4. ως επίθ. μαγικός («μάγοις ἐπῳδαῑς», Απολλ. Ρόδ.)
νεοελλ.
ως επίθ. γοητευτικός, θελκτικός, σαγηνευτικός
μσν.-αρχ.
απατεώνας, αγύρτης.
[ΕΤΥΜΟΛ. Δάνειο από την Ιρανική (πρβλ. περσ. Maguš, ονομ. μιας μηδικής φυλής).
ΠΑΡ. μαγεύω, μαγικός
αρχ.
μαγιανός, μάγιος.
ΣΥΝΘ. (Α συνθετικό) μσν. μαγοδείκτης. (Β' συνθετικό) αρχ. αρχίμαγος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • μάγος — ο волшебник, чародей, колдун, волхв; ΦΡ. οι τρεις Μάγοι три волхва, пришедшие с Востока поклониться новорожденному Богомладенцу и принесшие Ему дары …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Μᾶγος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μάγος — one of the priests and wise men in Persia masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάγος — [магос] ουσ. а. колдун, маг, чародей …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • μάγος — ο θηλ. ισσα 1. αυτός που ασχολείται με τις απόκρυφες τέχνες, τη μαγεία: Στο θέαμα που είδαμε συμμετείχαν μάγοι και ταχυδακτυλουργοί. 2. αυτός που ξεγελά τους άλλους, απατεώνας, αγύρτης: Της είπαν κάτι μάγοι ότι θα τη βοηθήσουν και τους έδωσε ένα… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Σίμων ο Μάγος — Σύγχρονος του Ιησού (1ος αι. μ.Χ.), από τη Σαμάρεια ή την Κύπρο, μάγος και αιρετικός του χριστιανισμού. Παρακολουθώντας το κήρυγμα του Φίλιππου στη Σαμάρεια, ο Σ. πείστηκε ότι ο χριστιανισμός ήταν ισχυρότερος από τη μαγική δύναμη και βαφτίστηκε… …   Dictionary of Greek

  • Μάγοιο — Μάγος one of the priests and wise men in Persia masc gen sg (epic) Μά̱γοιο , Μᾶγος masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μάγοις — Μάγος one of the priests and wise men in Persia masc dat pl Μά̱γοις , Μᾶγος masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μάγοισι — Μάγος one of the priests and wise men in Persia masc dat pl (epic ionic aeolic) Μά̱γοισι , Μᾶγος masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μάγοισιν — Μάγος one of the priests and wise men in Persia masc dat pl (epic ionic aeolic) Μά̱γοισιν , Μᾶγος masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.